Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύστημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύστημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

Έξι Ιδέες για μία Αποτελεσματικότερη, Επαγγελματική Δημόσια Διοίκηση

Σε μια πρόσφατη εκδήλωση περί συνταγματικής αναθεώρησης και αλλαγής του πολιτεύματος τέθηκε το ζήτημα περί ευθύνης πολιτικών ή (και) πολιτών για την υφιστάμενη κατάσταση. Ένας ομιλητής ωστόσο, προσπαθώντας να ελαφρύνει τους πολίτες από τις ευθύνες που τους,  αναφέρθηκε στην αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης. Με το παρόν τονίζεται το ζήτημα της δημόσιας πολιτικής και διοίκησης, ιδιαίτερα σε σχέση με τις προβλέψεις του Συντάγματος και την αναποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα και των θεσμών, όπως επίσης προτείνονται και ορισμένες μεταρρυθμίσεις, πάντα με καλή πίστη παρά την όποια απαισιοδοξία.

Το Ελληνικό Σύνταγμα παραμένει ακόμα απαρχαιωμένο σε ό,τι αφορά τη διοίκηση και την άσκηση της δημόσιας πολιτικής και συνεπώς δυσπροσάρμοστο στις νέες συνθήκες και ανάγκες που προέκυψαν με την υφιστάμενη οικονομικοκοινωνική κρίση. Δυστυχώς με τα χρόνια δημιουργήθηκε ένας περίπλοκος και διογκωμένος διοικητικός μηχανισμός που σε συνδυασμό με τη πολυνομία, τη κακονομία, τη σύγχυση των αρμοδιοτήτων των δημοσίων υπηρεσιών και τη περιττή γραφειοκρατία, χρονοτριβεί και λειτουργεί αναποτελεσματικά στο σύνολό του.

Εν έτει 2015, η δημόσια πολιτική χαράσσεται από τον Πρωθυπουργό, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, 20 Υπουργούς και τα υπόλοιπα –εξίσου πολλά- μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου. Τα Κεντρικά όργανα του Κράτους είναι 18 Υπουργεία και πλήθος Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, συνταγματικά και νομικά κατοχυρωμένων. Περιφερειακά όργανα αποτελούν 7 Αποκεντρωμένες Διοικήσεις (επί τις αντίστοιχες κεντρικές λειτουργίες που τελεί το Κράτος στη κάθε διοικητική περιφέρεια μέσω επιμέρους υπηρεσιών), 13 Αιρετές Περιφέρειες και 325 Δήμοι.

Γι’ αυτά όμως δεν ευθύνεται πλήρως το Ελληνικό Σύνταγμα, γιατί σαν νομοθετικό κείμενο δύναται να αναθεωρηθεί στο μεγαλύτερο μέρος του. Ευθύνονται οι δρώντες – πολιτικοί και διοικητικοί παράγοντες, κυρίως δε οι νομοθέτες που προχωρούν στην αναθεωρητική διαδικασία και εισάγουν ή μεταβάλουν άρθρα χωρίς λογική, χωρίς στοιχεία και χωρίς να γνωρίζουν τη δυνατότητα της εφαρμοσιμότητας των μεταρρυθμίσεων που ψηφίζουν. Οι ίδιοι είναι επίσης υπεύθυνοι και για τη πολυνομία και τη κακονομία που επικρατεί στη χώρα μας, όπως αντίστοιχα ευθύνεται και ο εκάστοτε Πρωθυπουργός που συντονίζει την Κυβέρνηση του, και το κάθε μέλος της Κυβέρνησης ξεχωριστά που είναι υπεύθυνο για τη κατεύθυνση και το συντονισμό του υπουργείου που αναλαμβάνει, δημιουργώντας ένα ντόμινο ευθυνών προς τα κάτω.

Το πρόβλημα γύρω από την αναποτελεσματικότητα της διοίκησης έγκειται αφ’ ενός στο ότι εισήχθησαν μεταρρυθμιστικά προγράμματα χωρίς μελέτη, χωρίς προετοιμασία και χωρίς αξιολόγηση. Αφ’ ετέρου δε, τα προβλήματα σχετίζονται και με τη σύγχυση των πολιτικών (συνθηκών) με την άσκηση δημόσιας πολιτικής. Νομοθέτες και Κυβερνητικοί, στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της Χώρας μας, προς χάριν ιδίου οφέλους ή λόγω πολιτικών συγκυριών και παραγόντων, αγνοούσαν ή παραμελούσαν την άσκηση της δημόσιας πολιτικής, μετατρέποντας τον δημόσιο τομέα σε «μαγαζί» συγκεκριμένων-φιλικά προσκείμενων πελατών.

Εφόσον οι βασικές αρχές της διοικητικής οργάνωσης συγχυστήκαν, έτσι οδηγήθηκε και στη διάβρωση του το διοικητικό σύστημα της Χώρας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αναποτελεσματικότητας είναι το δημοσιοϋπαλληλικό προσωπικό που στελεχώνει τις δημόσιες υπηρεσίες. Παρά τους θεσμούς που υποτίθεται πως διασφαλίζουν την αποτελεσματική λειτουργία της διοίκησης, γίνονται συχνά και σε τακτά χρονικά διαστήματα καταγγελίες πολιτών που συναλλάσσονταν με δημόσιες υπηρεσίες για υπαλλήλους αναποτελεσματικούς, διεφθαρμένους, υπαλλήλους που διορίστηκαν ή προάχθηκαν χωρίς αξιοκρατικά κριτήρια, υπαλλήλους που αντίστοιχα υποβιβάστηκαν χωρίς τεκμήρια, υπαλλήλους με ανάρμοστη συμπεριφορά, ακόμα και υπαλλήλους που λειτουργούσαν με εμπάθεια απέναντι σε συγκεκριμένους πολίτες.

Δυστυχώς όμως με τα χρόνια ο Διοικητικός μηχανισμός έχει διαβρωθεί σε τέτοιο βαθμό, με αποτέλεσμα οι μεταρρυθμίσεις που ίσως πραγματοποιηθούν στο μέλλον να μην επιφέρουν καμία αλλαγή. Παρ’ όλα αυτά, ενδεικτικά προτείνονται τα παρακάτω μέτρα:
1. Προτείνεται η Συνταγματική κατοχύρωση ενός ασυμβίβαστου Υπουργικού-Βουλευτικού αξιώματος, με τη παράλληλη διατήρηση της δυνατότητας του εκάστοτε Πρωθυπουργού να διορίζει και να παύει τους Υπουργούς του. Βουλευτές με μεγάλη απήχηση στη τοπική κοινωνία που εξελέγησαν ή Βουλευτές με ισχυρή θέση στο κόμμα που ανήκουν, ασκούν πολιτική πίεση, διεκδικούν και αποκτούν μια υπουργική θέση. Οι Υπουργοί θα πρέπει να διορίζονται με κριτήρια τις γνώσεις, τα προσόντα και τις ικανότητες τους πάνω σε ζητήματα που αφορούν την επιμέρους λειτουργία που πρόκειται να αναλάβουν για να συντονίσουν και όχι ανάλογα με τις ανάγκες και τις συμπάθειες του εκάστοτε Πρωθυπουργού.
2. Οι Κρατικές λειτουργίες θα πρέπει να ορίζονται στο Σύνταγμα, έτσι ώστε ο εκάστοτε Πρωθυπουργός να μην ιδρύει ή μεταβάλει υπουργεία κατά το δοκούν και να μη διορίζει όσους υπουργούς θέλει. Η διάκριση επιμέρους λειτουργιών της Εκτελεστικής Εξουσίας και η μεταβολή τους κάθε φορά που εκλέγεται νέα κυβέρνηση εντείνει την αναποτελεσματικότητα της διοίκησης σε μεγάλο βαθμό.
3. Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης τουλάχιστον, θα πρέπει να καταργηθεί. Αντίστοιχα προτείνεται η πρόσληψη δημοσίων υπαλλήλων με συμβάσεις Ορισμένου χρόνου έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η κινητικότητα στο δημόσιο τομέα. Η μη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων δεν συνεπάγεται απαραίτητα την ελλιπή εξειδίκευση και την αναποτελεσματικότητα τους.  Με νόμο μπορεί να προβλέπεται και ο καθορισμός των απαιτούμενων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων για τον διορισμό σε θέσεις του δημοσίου, όπως επίσης μπορεί να προβλέπεται και ειδική εξεταστική διαδικασία πριν τη πρόσληψη τους, επιπρόσθετη του ΑΣΕΠ.
4. Επιπλέον, προτείνεται η Κατάργηση των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών. Οι εξουσίες πηγάζουν απ’ το λαό και λειτουργούν υπέρ αυτού. Οι Ανεξάρτητες Αρχές δεν θα έπρεπε να ορίζονται Ανεξάρτητες και να παράγουν πολιτικό και διοικητικό έργο χωρίς να εντάσσονται στον διοικητικό κορμό. Λειτουργίες των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών μπορούν να τελούνται από αντίστοιχα Κεντρικά Κρατικά όργανα. Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές με συμβουλευτικό χαρακτήρα (βλ. Συνήγορος του Καταναλωτή) θα μπορούσαν να μετατραπούν σε Μη-Κρατικούς, Μη-Κερδοσκοπικούς οργανισμούς, πράγμα το οποίο θα συνέβαλε και στην περεταίρω ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών. Μια τρίτη πρόταση πάνω στο ζήτημα των ΑΔΑ είναι η θεσμοθέτηση ενός δεύτερου κοινοβουλευτικού σώματος με ελεγκτικές εξουσίες.
5. Κατάργηση όλων των Υπουργικών Αποφάσεων και των Προεδρικών Διαταγμάτων, στη συνέχεια έλεγχος και αναθεώρηση, διαγραφή και εξ’ αρχής συγγραφή νόμων για την αντιμετώπιση της κακονομίας και της πολυνομίας. Οι νόμοι πρέπει να γίνουν σαφείς, περιεκτικοί, εξειδικευμένοι και αμερόληπτοι.
6. Ο διοικητικός μηχανισμός πρέπει να γίνει πιο απλουστευμένος και λειτουργικός, με λιγότερους δρώντες («μικρότερο δημόσιο») που ο αριθμός τους θα καθορίζεται εξ’ αρχής απ’ το Σύνταγμα. Θα προβλέπεται η ύπαρξη Κρατικών (κεντρικών και περιφερειακών) οργάνων και η σύσταση ΟΤΑ ενός βαθμού με αιρετά στελέχη σε νομαρχιακό ή περιφερικό επίπεδο, παράλληλα με την ύπαρξη άρθρου στο Σύνταγμα που να περιορίζει σε σύνολο τον αριθμό ΝΠΔΔ και ΟΤΑ που συστήνονται για κρατικές και τοπικές λειτουργίες.

Αρκετοί θα υποστήριζαν πως ένας σταθερός και απλουστευμένος διοικητικός μηχανισμός με ελάχιστους δρώντες και μη-πολιτικούς για συντονιστές των λειτουργιών του κράτους, όσο λειτουργικός και αν ήταν, θα αποτελούσε κίνδυνο για την έξαρση της διαφθοράς στη χώρα, θα ενέτεινε το πελατειακό σύστημα και θα απειλούσε τη δημοκρατία. Ωστόσο, όταν η διοίκηση λειτουργεί αποτελεσματικά, όταν τα κριτήρια λειτουργίας των υπηρεσιών είναι καθορισμένα εξ’ αρχής, όταν οι υπάλληλοι είναι επαγγελματίες, εάν υπάρχει κινητικότητα στον δημόσιο τομέα και εάν ένας πολίτης απολαμβάνει κάποιες ελάχιστες μεν αλλά εγγυημένες παροχές και υπηρεσίες, τότε κανείς δεν θα επέλεγε «τη πολιτική λύση» για τα θέματα που τον αφορούν.



K.K.

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

Λίγο λόγια για την Εταιρική Κοινωνική Υπευθυνότητα

Η Εταιρική Κοινωνική Υπευθυνότητα (Ε.Κ.Υ Corporate Social Responsibility, CSR) είναι ένα πρότυπο-σύστημα οργάνωσης, διοίκησης και λειτουργίας επιχειρήσεων, οργανισμών και σωματείων με σκοπούς -μεταξύ άλλων- τη προαγωγή της κοινωνικής ευημερίας, τη προστασία του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη ανάπτυξη, μέσω της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο και του σεβασμού στον πολίτη και στο περιβάλλον. Ως μορφή οργάνωσης έγινε ευρέως γνωστή κυρίως από τη δεκαετία του ’60 και ύστερα, σαν ένας μηχανισμός προστασίας απέναντι σε επιχειρήσεις που αγνοούσαν ή και μείωναν κοινωνικές ανάγκες προς χάριν του γρήγορου και εύκολου κέρδους.

Δεν υπάρχουν εθνικοί ή διεθνείς θεσμοί που να επιβάλλουν στις εταιρίες ένα πλαίσιο κοινωνικής υπευθυνότητας. Οι ίδιοι οι οργανισμοί το υιοθετούν με επιλογή τους στο καταστατικό τους και αναπτύσσουν αντίστοιχες πρωτοβουλίες, προς όφελος της κοινωνίας και του περιβάλλοντος. Το σύστημα των κοινωνικά υπεύθυνων εταιριών μπορεί να μην είναι θεσμικά κατοχυρωμένο, αλλά είναι αναγνωρισμένο και ευρέως διαδεδομένο, κυρίως λόγω του αριθμού των εταιριών που το υιοθέτησαν και εξακολουθούν να λειτουργούν σύμφωνα μ αυτό, έτσι ώστε να συμβαδίζουν με τους νόμους, τα διεθνή πρότυπα και την ηθική.

Η ιδέα της θεσμοθέτησης της Εταιρικής Κοινωνικής Υπευθυνότητας υποστηρίζεται από ανθρώπους που πιστεύουν ότι οι εταιρίες και οι οργανισμοί μπορούν και οφείλουν να συμβάλουν στην ανάπτυξη μιας μορφής κοινωνικής αλληλεγγύης σε επίπεδο αγοράς και στην ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών. Όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη, επίσης, θεωρούν πως, εφόσον οι κοινωνικά υπεύθυνοι οργανισμοί ιδρύονται και λειτουργούν για συγκεκριμένους σκοπούς, τότε αυτή θα επέλθει μεν μακροπρόθεσμα, αλλά θα είναι σταθερή και θα καθιστά τον οργανισμό οικονομικά βιώσιμο.

Ωστόσο, επικριτές της ΕΚΥ ως συστήματος βιώσιμης ανάπτυξης των επιχειρήσεων υποστηρίζουν ότι το πλαίσιο αγγίζει το ιδανικό και επομένως είναι απλησίαστο, κυρίως επειδή αντιβαίνει στις παραδοσιακές αρχές που συνηθίζουν να υιοθετούν οι εταιρίες για την οικονομική τους ανάπτυξη, στοχεύοντας δηλαδή αποκλειστικά στο δικό τους όφελος και αγνοώντας πολλές φορές την κοινωνία.

Επικρατεί όμως και μια τρίτη άποψη που αμφισβητεί πλήρως την ιδέα της Εταιρικής Κοινωνικής Υπευθυνότητας, θεωρώντας την ως ένα μέσο πιστοποίησης της «καλοκαγαθίας» των εταιριών, για να είναι αυτές σε θέση είτε να καλύπτουν «τις βρομιές τους» ή να «λερώσουν» με άλλοθι, όπως λέγεται.

Προσπαθώντας το Δίκτυο Υπεύθυνων Οργανισμών και Ενεργών Πολιτών (QualityNet) να ορίσει τις Κοινωνικά Υπεύθυνες εταιρίες κατέληξε σε ένα πλαίσιο αρχών «Για τον Κοινωνικά Υπεύθυνο Οργανισμό», το οποίο και δημοσίευσε στον ιστότοπο του. Ορισμένες απ’ αυτές τις αρχές παρατίθενται παρακάτω:

Η Κοινωνικά Υπεύθυνη Εταιρία:
1)      Συμμορφώνεται με τις ισχύουσες νομικές και κανονιστικές  ρυθμίσεις,  που αφορούν τη λειτουργία της και τις υπερβαίνει οικειοθελώς αναπτύσσοντας δικές της αυστηρότερες αρχές και αντιλήψεις, σχετικά με τα δικαιώματα των εργαζομένων, τη προστασία του περιβάλλοντος, τον σεβασμό προς την κοινωνία, τα δικαιώματα των πολιτών, την έγκαιρη και έγκυρη πληροφόρηση των καταναλωτών και τη προστασία της υγείας και της ασφάλειας τους.
2)      Συνεισφέρει στη βιώσιμη ανάπτυξη μέσω της συστηματικής προσέγγισης της Κοινωνικής Υπευθυνότητας ως συστήματος προληπτικής διαχείρισης. Κατανοεί ότι η Εταιρική Κοινωνική Υπευθυνότητα αποτελεί καινοτόμο τρόπο διαχείρισης, μέσω του οποίου ενισχύεται η οικονομική ανάπτυξη και αυξάνεται η ανταγωνιστικότητα της Εταιρίας, ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος και η προαγωγή της κοινωνικής ευημερίας.
3)      Υλοποιεί κοινωνικές δράσεις που καλύπτουν αναγνωρισμένες και τεκμηριωμένες κοινωνικές ανάγκες και έχουν κοινωνικό αποτέλεσμα που μπορεί να μετρηθεί και να αξιολογηθεί σύμφωνα με αναγνωρισμένους και κοινά αποδεκτούς διεθνείς δείκτες.
4)      Εντοπίζει τις τρέχουσες και μελλοντικές επιδράσεις των δραστηριοτήτων και των προϊόντων της στη κοινωνία και το περιβάλλον και τις εντάσσει στην αναπτυξιακή πολιτική της, με δράσεις που περιορίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις της και προάγουν τη Κοινωνική Υπευθυνότητα της.
5)      Δίνει ίσες ευκαιρίες σε όλους, εφαρμόζοντας κατάλληλες πολιτικές και πρακτικές κατά την πρόσληψη, κατάρτιση, ανέλιξη και αμοιβή των εργαζόμενων, έχοντας ως αρχή την ελαχιστοποίηση των διακρίσεων.
(( Περισσότερα στο http://www.qualitynet.gr/ ))

Οι Κοινωνικά Υπεύθυνες Εταιρίες, για να αποδείξουν το συνεχές και ουσιαστικό έργο τους, οφείλουν να συντάσσουν σε τακτά χρονικά διαστήματα τους γνωστούς «Απολογισμούς ΕΚΥ», οι οποίοι στη συνέχεια δημοσιεύονται και αξιοποιούνται ως μέσο διαφήμισης της εκάστοτε εταιρίας ή του εκάστοτε οργανισμού. Επιπλέον συνηθίζεται εταιρίες με κοινωνικές δράσεις να απολαμβάνουν προνόμια και φορολογικές ελαφρύνσεις από τα κράτη στα οποία δραστηριοποιούνται.

Πρέπει, τέλος, να τονιστεί η λανθασμένη απόδοση του αγγλικού όρου ‘Corporate Social Responsibility’ στα ελληνικά ως ‘Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη’. Η διαφορά των εννοιών ‘ευθύνη’ και ‘υπευθυνότητα’ είναι ιδιαίτερα λεπτή: Η υπευθυνότητα είναι μια διαρκής ενεργητική κατάσταση από την εκκίνηση μιας οποιασδήποτε λειτουργίας-διαδικασίας, ενώ η ευθύνη είναι μια παθητική κατάσταση που όμως προκύπτει μετά από ένα συγκεκριμένο γεγονός. Κανείς δεν «ευθύνεται» -έτσι αφηρημένα- για μια κοινωνία, αλλά όλοι είναι «υπεύθυνοι» για τη ευημερία της.

Η Εταιρική Κοινωνική Υπευθυνότητα είναι ένα σύστημα που μελετάται εδώ και δεκαετίες, με πλούσια βιβλιογραφία και σχολιασμό. Τείνει μέχρι ενός ορίου να εφαρμόζεται, αλλά το όριο αυτό κάθε φορά καθορίζεται από τις οικονομικές ανάγκες και τη βιωσιμότητα της εκάστοτε επιχείρησης. Όσοι και να την επικρίνουν όμως, οφείλουν να παραδεχτούν ότι εάν οι εταιρίες είχαν έναν πιο φιλικό προς την κοινωνία χαρακτήρα, τότε η οικονομική κρίση δεν θα ήταν τόσο σκληρή για τους περισσότερους από εμάς.



K.K.