Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Κάτι αλλάζει με τις κεντρικές τράπεζες

Η κρίση του 2008 άλλαξε πολλά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την οικονομία οι κύριοι παίκτες της. Γεγονός που αποδεικνύεται κυρίως από την συμπεριφορά των Κεντρικών Τραπεζών των ανεπτυγμένων χωρών, η πλειοψηφία των οποίων ακολουθεί, εν μέσω και του νομισματικού πολέμου που λαμβάνει χώρα τελευταία, ακραίες πολλές φορές νομισματικές πολιτικές χαλάρωσης, οι οποίες πριν από μία δεκαετία θα ήταν σχεδόν αδιανόητες.

Στο πλαίσιο αυτό μπαίνει και η απόφαση σταθμός του Μάριο Ντράγκι στις 22 Ιανουαρίου για ποσοτική χαλάρωση, η οποία πέραν των ευεργετικών επιπτώσεων που αναμένεται να έχει στον πληθωρισμό θα ασκήσει καθοδικές πιέσεις στο ευρώ. Η Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας αντίστοιχα στα πλαίσια των Abenomics, της οικονομική πολιτικής του πρωθυπουργού της, Shinzo Abe για τόνωση της οικονομίας, ακολουθεί μία συνεχιζόμενη πολιτική νομισματικής χαλάρωσης με μαζική αγορά κεφαλαίων από το 2011 ως και σήμερα. Η ισοτιμία του γιεν προς το δολάριο υποχώρησε ως συνέπεια αυτής της πολιτικής στο ναδίρ της επταετίας τον Νοέμβριο του 2014. Χαρακτηριστικό είναι ότι και οι δύο Κεντρικές Τράπεζες πήραν τις αποφάσεις τους εν όψει της απειλής του αποπληθωρισμού και της αναιμικής ανάπτυξης των οικονομιών τους.

Η ριζοσπαστική συμπεριφορά δεν περιορίζεται μόνο στην Ιαπωνία και την Ε.Ε. Οι άσχημες μνήμες για τους καταθέτες από την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Ελβετίας να  αποσυνδέσει το φράγκο από το ευρώ είναι ακόμα νωπές. Και η Κεντρική Τράπεζα της Δανίας αντίστοιχα, εν μέσω μίας τεράστιας κερδοσκοπικής επίθεσης μείωσε το επιτόκιο της στο -0,75%. Όποιος δηλαδή επιθυμεί να έχει καταθέσεις σε δανέζικη κορώνα θα πρέπει να πληρώνει ένα μικρό τίμημα για το προνόμιο.

Στην λογική χαλάρωσης έχουν κινηθεί και οι κεντρικές τράπεζες της Κίνας, του Μεξικού, της Αιγύπτου και μίας σειράς άλλων χωρών. Το αρνητικό οικονομικό κλίμα παρόλα αυτά δεν φαίνεται να αντιστρέφεται. Το βάρος της παγκόσμιας ανάπτυξης φαίνεται έτσι να πέφτει στην ευρισκόμενη σε ανάπτυξη οικονομία των ΗΠΑ.

Και στα πλαίσια αυτά ο κόσμος κρατά την ανάσα του για το τι απόφαση πρόκειται να πάρει η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, καθότι μία αύξηση του επιτοκίου της θα προσέθετε ένα ακόμα βαρίδι στην ασθμαίνουσα παγκόσμια οικονομία.



Ν.Α.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Κρίση και Ποσοτική Χαλάρωση

Ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού είναι πλέον για την Ευρώπη πιο ζωντανός από ποτέ. Καθώς η Ευρώπη δοκιμάζεται από πολιτικά και οικονομικά πάθη, ένα κύμα αποπληθωρισμού απειλεί να προκαλέσει μία νέα οικονομική κρίση. Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αγωνιούν καθώς βλέπουν ένα ακόμα δυσεπίλυτο πρόβλημα να μπαίνει δυναμικά στην ημερήσια διάταξη.

Πως φτάσαμε στην κατάσταση αυτή; Η οικονομική κρίση στην ευρωζώνη και η πολιτική λιτότητας που προτάθηκε για την αντιμετώπισή της έχουν συρρικνώσει την ζήτηση για προϊόντα. Η ανεργία αυξάνεται, τα εισοδήματα μειώνονται και μαζί με τα εισοδήματα μειώνεται και η κατανάλωση. Ως φυσικό επακόλουθο της μειούμενης κατανάλωσης πέφτει η τιμή των προϊόντων. Παράλληλα δημιουργείται μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία: καθώς οι άνθρωποι περιμένουν τις τιμές των προϊόντων να μειωθούν περαιτέρω, σταματάνε να καταναλώνουν περιορίζοντας ακόμα περισσότερο την ζήτηση και πιέζοντας τις τιμές ακόμα πιο κάτω.

''Ε και'' θα πει κάποιος. Η πτώση των τιμών των προϊόντων με μία πρώτη ματιά κάνει τους καταναλωτές πιο πλούσιους. Εν τούτοις, η μείωση των τιμών δεν σημαίνει και μείωση των χρεών. Καθώς οι τιμές και τα εισοδήματα μειώνονται, τα χρέη παραμένουν τα ίδια, άρα, γίνονται πιο ακριβά. Έτσι, σε κατάσταση αποπληθωρισμού, όλο και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων κατευθύνεται προς εξυπηρέτηση των όποιων χρεών τους. Πολλές επιχειρήσεις όμως μη μπορώντας να εξυπηρετήσουν τα όλο και ακριβότερα χρέη τους θα κηρύξουν πτώχευση οδηγώντας την οικονομία σε νέα ύφεση. Οι συνέπειες βέβαια του αποπληθωρισμού θα ήταν καταστροφικές για την Ελλάδα με το τεράστιο χρέος που καλείται να εξυπηρετήσει.

Η απειλή για την Ευρωζώνη, εν μέσω της οικονομικής κρίσης και των πολιτικών εντάσεων, είναι τεράστια. Η ΕΚΤ ωστόσο, παγιδευμένη στους θεσμικούς περιορισμούς που της θέτουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες, ελάχιστα μπορεί να κάνει πλέον με τα συμβατικά μέσα νομισματικής πολιτικής. Τα επιτόκια δεν πάνε χαμηλότερα και η ανάκαμψη ακόμα να φανεί. Και αυτό ενώ η Γερμανία συνεχίζει να προωθεί την λιτότητα, η οποία μόνο επιδεινώνει την κατάσταση.

Έτσι, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να αναχαιτιστεί ο αποπληθωρισμός, ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι εξήγγειλε ένα πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Στα πλαίσια της ποσοτικής χαλάρωσης (quantitative easing/ QE) η Κεντρική Τράπεζα αγοράζει τίτλους από τράπεζες και επιχειρήσεις, διοχετεύοντας τες με ρευστότητα την οποία ρευστότητα αυτές πρέπει να την στείλουν στην αγορά. Φυσικά η Ε.Ε. αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση για QE όχι μόνο λόγω των θεσμικών περιορισμών αλλά και της θέσης της ηγεμονεύουσας Γερμανίας, η οποία παρακολουθεί καχύποπτα οτιδήποτε μπορεί να προκαλέσει πληθωρισμό.

Σε κάθε περίπτωση η απειλή του αποπληθωρισμού αποτελεί ίσως την μεγαλύτερη μελλοντική πρόκληση για τους ευρωπαίους σχεδιαστές πολιτικής. Αναμένεται να δούμε αν η ποσοτική χαλάρωση με τις όποιες «ευρωπαϊκές» ιδιαιτερότητες της  καταφέρει να αναχαιτίσει το επερχόμενο, όπως όλα δείχνουν, κύμα αποπληθωρισμού.



Ν.Α.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Ο πόλεμος των Ισοτιμιών

Η Ελβετία έχασε την μάχη. Στις 15 Ιανουαρίου 2015, ώρα 10.29, ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Ελβετίας ανακοίνωσε την κατάργηση του πλαφόν. Ήταν η πιο πρόσφατη πράξη του νομισματικού πoλέμου που μαίνεται τα τελευταία χρόνια και ίσως και η πιο σοκαριστική. Το φράγκο εκτοξεύθηκε μέσα σε ελάχιστο χρόνο έναντι του ευρώ 41%. Η κατρακύλα του ευρώ ήταν πρωτοφανής.

Η ιστορία ξεκίνησε το 2011, στο απόγειο της κρίσης της Ευρωζώνης, όταν οι επενδυτές ψάχνοντας ένα ασφαλές «λιμάνι» άρχισαν να επενδύουν μαζικά στο φράγκο. Η ζήτηση για φράγκο προκάλεσε την ανατίμησή του, εξέλιξη αρνητική για την εξαγωγική οικονομία της Ελβετίας. Τα προϊόντα της γίνονται όλο και πιο ακριβά στις ευρωπαϊκές αγορές. Η Ελβετία αποφάσισε να αναλάβει δράση προκειμένου να υπερασπιστεί την οικονομία της. Η ελβετική κεντρική τράπεζα πέρασε γρήγορα σε δραστικά μέτρα: όρισε το ανώτατο όριο για την ισοτιμία μεταξύ ευρώ και φράγκου. Έτσι το ευρώ δεν θα μπορούσε να υποχωρήσει κάτω από τα 1,20 του φράγκου. Προκειμένου να διατηρήσει την ισοτιμία, η ελβετική κεντρική τράπεζα ήταν διατεθειμένη να προβεί σε μαζική αγορά ευρώ. Και αυτό έκανε για 3 περίπου χρόνια.

Το ευρώ όμως, εν μέσω της κρίσης, κάθε άλλο παρά σταθερό είναι. Τα τελευταία χρόνια η υποτίμηση του είναι μάλλον η κανονικότητα. Και η προσδοκώμενη ποσοτική χαλάρωση από τον Ντράγκι αναμένεται να υποτιμήσει περαιτέρω το ευρώ (να ανατιμηθεί δηλαδή το ελβετικό φράγκο). Η ελβετική κεντρική τράπεζα βλέποντας ότι εν όψει της επικείμενης υποτίμησης δεν θα μπορεί να  συνεχίσει την μαζική αγορά ευρώ προκειμένου να διατηρήσει το πλαφόν σήκωσε λευκή σημαία στον νομισματικό αυτό πόλεμο. Ανακοίνωσε ότι το πλαφόν εγκαταλείπεται.

Οι ελβετικές αρχές αλλάζουν στρατηγική. Η Ε.Ε. δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές προκλήσεις. Πλέον οι ελβετικές εξαγωγές στην Ε.Ε. γίνονται αβάσταχτα ακριβές. Η Ελβετία πρέπει να στοχεύσει σε άλλες αγορές, ικανές να απορροφήσουν τις εξαγωγές της. Καθώς το δολάριο ανατιμάται, οι ΗΠΑ γίνονται ένας όλο και πιο ελκυστικός προορισμός. Ο νομισματικός πόλεμος θα συνεχίσει να μαίνεται. Οι ελβετικές αρχές ομολόγησαν την ήττα τους στον ευρωπαϊκό χώρο. Αναμένεται να δούμε που θα οδηγήσει και πως θα αντιδράσουν οι άλλες οικονομίες στην αλλαγή πορείας τους.



Ν.Α.

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Η στροφή της ΕΚΤ

Τον περασμένο Οκτώβριο ο πληθωρισμός στην ΟΝΕ έπεσε για πρώτη φορά στην ιστορία της κάτω από το 1%, μία εξέλιξη η οποία αποδίδεται στα επαχθή μέτρα λιτότητας και στην μειωμένη τιμή των αγαθών στην ΟΝΕ. Η ευρωπαϊκή οικονομία εισήλθε έτσι σε μία ζώνη κινδύνου, εντός της οποίας οι Υπουργοί Οικονομικών βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα εκρηκτικό και εξαιρετικά επικίνδυνο μείγμα: χαμηλό πληθωρισμό, χαμηλά επιτόκια και αναιμική ανάπτυξη. Η ΕΚΤ, ευρισκόμενη πλέον σε "ανεξερεύνητα" για αυτήν εδάφη αντέδρασε αρχικώς μάλλον αμήχανα μειώνοντας διαρκώς τα επιτόκια, χωρίς ωστόσο κάποιο ουσιαστικό αντίκρισμα στην πραγματική οικονομία. Η ρευστότητα συνεχίζει να είναι ανύπαρκτη και ο αποπληθωρισμός πιο απειλητικός από ποτέ.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, ο πάγιος στόχος της ΕΚΤ για 2% πληθωρισμό στην Ευρωζώνη φαντάζει πλέον άπιαστο όνειρο. Η απουσία ρευστότητας μέσα σε ένα τόσο δυσμενές οικονομικό περιβάλλον αποτελεί πια τον μεγάλο πονοκέφαλο για τους σχεδιαστές της οικονομικής πολιτικής. Κάτω από την πίεση του προβλήματος αυτού και όντας πια διαπιστευμένο ότι η συνήθης νομισματική πολιτική δεν αποδίδει, ο Μάριο Ντράγκι ανακοίνωσε ένα ριζοσπαστικό, για δεδομένα ανεπτυγμένων οικονομιών, πακέτο μέτρων με άμεσο σκοπό την τόνωση της ρευστότητας. Το επιτόκιο καταθέσεων τραπεζών στην ΕΚΤ πέφτει για πρώτη φορά υπό του μηδενός (-0,1%), το επιτόκιο δανεισμού μειώνεται στο 0,15% χαρίζοντας ουσιαστικά χρήμα, ενώ προβλέπεται και πακέτο χρηματοδότησης προς τις τράπεζες, του οποίου το μέγεθος αγγίζει τα 400 δις. Ευρώ.

Η λογική πίσω από την κίνηση αυτή είναι απλή: να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο, το οποίο θα ωθήσει, αν όχι θα αναγκάσει, τις τράπεζες να διοχετεύσουν χρήματα στην πραγματική οικονομία. Στόχος είναι να ανατραπεί ο διαρκώς μειούμενος ρυθμός μείωσης της χορήγησης δανείων προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στον ευρωπαϊκό νότο, οι οποίες χτυπημένες από την λιτότητα βρίσκονται αντιμέτωπες με τον εφιάλτη της πιστωτικής ασφυξίας.

Το αν τα μέτρα αυτά θα ανταποκριθούν στις προσδοκίες παραμένει εξαιρετικά αμφίβολο. Ήδη έχουν αμφισβητηθεί πολλάκις. Το αρνητικό επιτόκιο καταθέσεων δεν προβλέπεται να έχει μεγάλο αντίκτυπο στις τράπεζες του νότου, οι οποίες ευρισκόμενες σε άθλια κατάσταση όχι μόνο δεν έχουν την πολυτέλεια να διαθέτουν καταθέσεις στην ΕΚΤ αλλά δανείζονται από αυτήν. Ένα άλλο μεγάλο ερώτημα είναι το χρονικό βάθος που χρειάζεται για να αρχίσουν τα μέτρα να αποδίδουν. Και εδώ οι πρώτες προβλέψεις δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξες, καθώς γίνεται λόγος ακόμα και για δύο χρόνια μέχρι να εμφανιστούν ορατά αποτελέσματα. Και αν τα παραπάνω επιχειρήματα δεν βρίσκουν αντίκτυπο στο σύνολο του οικονομικού κόσμου, όλες οι απόψεις συγκλίνουν ωστόσο σε ένα: Κύρια προϋπόθεση για να επιστρέψει η ρευστότητα στην αγορά είναι οι ορθολογικές μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό των χτυπημένων από την κρίση χωρών (το άκρως αντίθετο δηλαδή των εγχώριων "μεταρρυθμίσεων"). Το μεγάλο βάρος βρίσκεται επομένως ακόμα στις εθνικές κυβερνήσεις. Στο πλαίσιο αυτό η ΕΚΤ μη δυνάμενη εκ των πραγμάτων να λύσει τα δομικά προβλήματα του Ευρώ, μόνο υποστηρικτικό ρόλο μπορεί να έχει στην ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Σε κάθε περίπτωση, πέραν των όποιων (υπερβολικών) αντιδράσεων (το SPIEGEL έφτασε στο σημείο να κάνει λόγο για τέλος του καπιταλισμού όπως τον ξέρουμε) και προβλέψεων η κίνηση αυτή προκάλεσε, σηματοδοτείται μία στροφή στην πολιτική της ΕΚΤ, η οποία δείχνει ότι στο μέλλον δεν θα έχει ενδοιασμούς να προβεί ακόμα και στην λήψη μέτρων, τα οποία ξεφεύγουν από την οικονομική ορθοδοξία, προκειμένου να διασφαλίσει την σταθερότητα του Ευρώ (με ότι αυτό συνεπάγεται).



Ν.Α.