Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαρακτηριστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαρακτηριστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Από τη Πρωτοβουλία στην Ενεργό Δράση

Για την ανάληψη μιας κοινωνικής πρωτοβουλίας και στη συνέχεια για την ίδρυση ενός μη κρατικού-μη κερδοσκοπικού οργανισμού πρέπει να αναγνωρίζεται από μια ομάδα πολιτών τουλάχιστον ένα επίκαιρο και ειδικό φαινόμενο κοινωνικής παθογένειας ή και ένα οικονομικό-πολιτικό πρόβλημα. Όταν τα παραπάνω ζητήματα απαιτούν άμεση λύση, όπου τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν μπορεί να ανταποκριθεί ο εκάστοτε κρατικός θεσμός όντας υπεύθυνος για πρόληψη και αντιμετώπιση, τότε ενεργοποιούνται οι μηχανισμοί της Κοινωνίας των Πολιτών: οι λεγόμενοι «Μη Κρατικοί Οργανισμοί».

Οι Μη Κερδοσκοπικοί-Μη Κρατικοί οργανισμοί σήμερα λαμβάνουν τις νομικές μορφές της αστικής εταιρίας, του σωματίου, του ομίλου και της κοινωνίας-κοινότητας. Οποιοδήποτε είναι ελεύθερος να ιδρύσει έναν οργανισμό, να εγγράφεται σε μητρώα άλλων και να αποχωρεί χωρίς περεταίρω νομικούς περιορισμούς. Το αν το νομικό καθεστώς της Ελλάδας «επιτρέπει» την ίδρυση και λειτουργία των ΜΚΟ στην επικράτεια, είναι ένα άλλο, όχι και τόσο ευχάριστο, θέμα για πιο εξειδικευμένη ανάλυση. Το γενικότερο κλίμα ωστόσο δεν είναι ευνοϊκό.

Το παρόν κείμενο, παραβλέποντας σκόπιμα το ελληνικό νομικό και φορολογικό καθεστώς, αναφέρεται – σε τελείως θεωρητικό επίπεδο – στο τι χαρακτηριστικά πρέπει να διαθέτουν και τι ιδέες πρέπει να έχουν συλλάβει τα υποψήφια διοικητικά στελέχη τέτοιων οργανισμών, δηλαδή μέλη διοικητικών συμβουλίων, εταίροι και άλλοι διοικητές-διαχειριστές, ούτως ώστε να ανεβάσουν την πρωτοβουλία τους ένα σκαλοπάτι πιο πάνω, στην ενεργό δράση και να καταστήσουν τους οργανισμούς τους δυναμικούς παράγοντες της κοινωνίας των πολιτών.

Οι διοικητές-διαχειριστές μη κερδοσκοπικών δράσεων πρέπει να έχουν συνειδητοποιήσει πως εστιάζοντας στον εαυτό τους αποκλειστικά δεν πρόκειται να προοδεύσουν και να αναπτυχθούν τόσο, όσο εάν αφιέρωναν τις υπηρεσίες τους και τις δυνατότητες τους σε έναν ανώτερο, σε σχέση με τους ίδιους, συλλογικό-δημόσιο σκοπό, ο οποίος πραγματώνεται μέσω αυτών των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων.

Στη συνέχεια, οφείλουν να έχουν αξιώσεις απ’ το κοινό τους δημιούργημα, που προκύπτει από την υπηρέτηση του συλλογικού, μη κερδοσκοπικού σκοπού τους. Αξιώσεις όχι όμως ανταποδοτικού τύπου. Αξιώσεις ποιοτικές, με τις οποίες θα αναδεικνύεται πρώτα η πρόοδος του συνόλου της δραστηριότητας και ύστερα η προσωπική πρόοδος τους μέσα στον οργανισμό, σε συσχετισμό με τη γενική πορεία της συλλογικής δράσης αυτής.

Επιπλέον πρέπει να τονιστεί και η γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στο έργο των ΜΚΟ, η οποία είναι κατανοητή και σεβαστή, διότι εφόσον χρηματοδοτούνται, δεν αποδίδουν το ανάλογο κοινωνικό έργο. Οι πρότυπες ΜΚΟ ωστόσο, αυτές δηλαδή που δεν παρασιτούν λόγω τακτικής κρατικής επιχορήγησης,  δεν μπορούν – στην πράξη – να αποκτήσουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Είναι στελεχωμένες από άτομα με ορισμένο τρόπο σκέψης και συμπεριφορά, έχουν ήδη διαμορφωθεί μέσα τους αυτοματοποιημένες λειτουργίες και ακολουθείται συγκεκριμένη πολιτική και στρατηγική.

Ρόλος των οργανισμών που συστήνονται και λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της κοινωνίας των πολιτών (και ίσως παράλληλα να άπτονται του ακαδημαϊκού χώρου) είναι να καταπολεμούν κοινωνικές παθογένειες, να παράγουν πολιτική μέσω της σκέψης, του προβληματισμού, της γνώμης και του διαλόγου, και τέλος να δίνουν λύσεις σε επίκαιρα και εξειδικευμένα ζητήματα.



K.K.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Διακρίνεται η Ηγεσία απ' τη Διοίκηση;

Ίσως είναι λίγοι αυτοί που θα συμμερίζονταν τις απόψεις μου περί διοίκησης, σχετικά με το αν η Ηγεσία και η Διοίκηση ταυτίζονται και κατ’ επέκταση αν είναι έμφυτα ή επίκτητα χαρακτηριστικά, κυρίως επειδή τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια αντίληψη διαχωρισμού των δύο αυτών ιδιοτήτων. Θα προσπαθήσω εδώ να αποδείξω - μέσω της δικής μου, φοιτητικής οπτικής - πως η ιδιότητα του Διοικητική ταυτίζεται με αυτήν του Ηγέτη και, εάν πρέπει να γίνει κάποια διάκριση, να οριστεί ο δεύτερος ως εξελικτικό στάδιο του πρώτου.

Το να είσαι φοιτητής λοιπόν, να ονειρεύεσαι πως θα εξελιχθείς σε διοικητικό επιστήμονα, και με τα χρόνια σε έναν ηγέτη, εάν παράλληλα διαθέτεις τα χαρακτηριστικά που του προσδίδει ο Βέμπερ, φαντάζει περισσότερο σε ένα ελκυστικό σατανικό σχέδιο παρά σε δημιουργικό όνειρο. Προϋποθέτει γνώση του περιβάλλοντος, γνώση του ανθρώπου, καθοδήγηση, άσκηση επιρροής και ελέγχου.

Προσωπικά, όπως πιστεύω και οι περισσότεροι διοικητικοί επιστήμονες, έχω μια ανθρωποκεντρική αντίληψη (αν μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω εδώ αυτόν τον όρο). Θεωρώ πως η κύρια αιτία κάθε καλού και κακού, είναι ο άνθρωπος – από την υλοποίηση μιας απλής δράσης έως και την οργάνωση του μεγαλύτερου υπερεθνικού οργανισμού.

Ο άνθρωπος είναι αυτός που οργανώνεται σε κοινωνίες, αυτός που προωθεί το προσωπικό συμφέρον του έναντι των άλλων, που συνεργάζεται, συναγωνίζεται και ανταγωνίζεται, και που κατ’ επέκταση ιδρύει πολιτείες, θεσμούς και τα στελεχώνει. Ο ανθρώπινος παράγοντας οδηγεί την ανθρωπότητα στην εξέλιξη και στην πρόοδο, όχι οι θεσμοί, ούτε οι νόμοι και τα κανονιστικά πλαίσια, ούτε άλλα επίκτητα ή κληρονομημένα δημιουργήματα του γενικότερα. Γι’ αυτό ένας διοικητικός επιστήμονας πρέπει αρχικά να επενδύσει τον χρόνο και τη διάθεση του στο να γνωρίσει τον άνθρωπο, τον τρόπο που ζει, που σκέφτεται, λειτουργεί και αισθάνεται.

Έχοντας τις απαραίτητες γνώσεις γύρω απ’ την ανθρώπινη φύση, ο διοικητικός επιστήμονας θα πρέπει στη συνέχεια να μάθει πώς να διοικεί. Να είναι σε θέση δηλαδή να αξιοποιήσει και να διαχειριστεί καταστάσεις, άτομα και σύνολα. Και εδώ αρχίζει το σατανικό κομμάτι της υπόθεσης
Εφόσον πλέον ένας διοικητικός επιστήμονας έχει αυτές τις δυνατότητες, θα πρέπει να εστιάσει στο πως θα εκπαιδεύσει, πως θα μάθει ανθρώπους να διαχειρίζονται εκείνοι με τη σειρά τους τις εκάστοτε καταστάσεις και τυχόν κρίσεις - εν ανάγκη  και να τους "χειραγωγήσει". Σημειωτέον ότι, όταν η δυνατότητα διαχείρισης καταστάσεων γίνει καθολικό χαρακτηριστικό και μέσω της εκπαίδευσης υπάρξει ταυτόχρονα και αυτογνωσία, θα επιτευχθεί η επιθυμητή - και αναγκαία στις μέρες μας - συλλογική συνείδηση.

Με την ύπαρξη συλλογικής συνείδησης έρχεται στο προσκήνιο ο Ηγέτης. Ιδιαίτερα στο εξωτερικό, όπως προαναφέρθηκε, γίνεται λόγος για τη διάκριση ανάμεσα στην Ηγεσία και τη Διοίκηση. Η διαφορά - αν θεωρείται τόσο σημαντικό να βρεθεί μία διαφορά - έγκειται στο τι ακριβώς διαχειρίζεται ένας Ηγέτης και τι ένας Διοικητής.

Ένας διοικητικής γνωρίζει, είτε ενστικτωδώς είτε μέσω μαθήσεως, να διαχειρίζεται από πράγματα (υλικά, μετρήσιμα αντικείμενα) έως ρουτινιάρικες καταστάσεις, ανθρώπους, ομάδες και σύνολα, ενώ ο Ηγέτης είναι αυτός που διακρίνεται λόγω των χαρισματικών του ιδιοτήτων, εμπνέει και καθοδηγεί προς τον κοινό στόχο. Ο Ηγέτης είναι αυτός που διοικεί και παράγει έργο αντίστοιχο των δυνατοτήτων και των παραγόντων των διοικούμενων υπ’ αυτόν υποκειμένων.

Εδώ προκύπτει και το ζήτημα του αν το χάρισμα που διαθέτει ένας Ηγέτης είναι έμφυτο ή επίκτητο: Το να δύνασαι να ηγηθείς μπορεί να είναι - θεωρώ - επίκτητο χαρακτηριστικό, στα πλαίσια της σωστής επικοινωνίας, της πειθούς, της ηγεσίας μέσω παραδείγματος, της κατάκτησης της γνώσης και της διαχειριστικής ικανότητας του καθενός. Βέβαια, τα παραπάνω προϋποθέτουν και έναν συγκεκριμένο τύπο προσωπικότητας. Ωστόσο, το να ηγείσαι δεν είναι κάποια τρανή φιλοσοφία, είναι τόσο φυσικό όσο ένα χαρακτηριστικό μας και τόσο επίκτητο όσο ένα δημιούργημα μας.



K.K.